7.31.2011




Και έτσι όπως έβλεπα απ’ το παράθυρο ένιωσα τη ψυχή μου να βαραίνει,
 να βγαίνει απέξω κι υστερα να γαντζώνετε πάνω στα κτίρια που αφήναμε πίσω μας...Να τα τραβάει μαζί της!
Πιέζοντας τον χρόνο να την οδηγήσει στην στιγμή πριν από αυτή,τη στιγμή πριν ανοίξεις τα χείλι σου και ξεστομίσεις καταστάσεις άσχημες,
αλήθειες πικρές.
 Κι ύστερα τα βάψεις όλα με εκείνη την μαύρη μπόγια 
...Τη μπογιά ,που κι δυο μας ξέραμε ότι σήμαινε 
  τέλος.

7.27.2011

Γνωριμία με εκείνη ,γνωριμία με έμενα


Με αυτήν που εγυρε σε κείνο εκει το παγκάκι
Αυτην που κανείς δεν ξέρει εάν κλαίει,
αν απλως έκλεισε τα ματιά.
Τυλιγμένη με ενα μαντήλι.

''Δεν πρέπει να γδαρθεί , δεν πρέπει να αλλάξει!'' 
Της ψιθυρίζει δυνατά κάθε τόσο η αύρα των παιδικών της χρόνων,
της θυμίζει που και που την μαγεία που έχει να φυλάξει.

Και όσο περνά η ώρα , τόσο πολύ τη θυμίζω,
πόσο καλα μπορώ να την αισθανθώ...

Γιατί ένιωσε πριν πως πατούσε στα ποδια της,
σχημάτισε και αυτή ένα  χαμόγελο ,έκανε το πρώτο βήμα...
Μα σύντομα την τράβηξαν πάλι πίσω τα καταραμένα τα πιστεύω της. 
΄''Δεν μοιάζεις '' ΄''Απλώς δεν μοιάζεις!'' .
Στιγμές που θα ήθελε να μιμηθεί τους ανθρώπους κοροϊδευτικά,σαν εξάχρονο .
Χαμογελά με τη σκέψη.
 



Κατι μου λέει  πως πάντα έδω θα γυρνα .
 Εδώ για μια στιγμή θα λιγώνει , θα ανασαινει κι ύστερα παλι θα προχωρά.
 Το παγκάκι : 
Σαν τον καταραμένο τόπο ,
ή το μυστικο καταφύγιο του μυαλού της.

 Μεταξύ του παρον και του μέλλοντος,
ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα.
 Οταν ο χρόνος παγώνει;
Μαλλον το απόλυτο τίποτα.
Στη κουλουριασμένη της στάση να ακούει τη μελωδία των παλμών και της ανάσας .